Έχουμε πολλούς λόγους να είμαστε υπερήφανοι

Το 1998, το ενημερωτικό δελτίο του Ομίλου BioMar ανακοίνωσε ότι η BioMar Greece διπλασίασε τον όγκο πωλήσεών της σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Έκτοτε, η ενθουσιώδης ομάδα που εργάζεται στο εργοστάσιο παραγωγής ιχθυοτροφών στην Ελλάδα, στη BioMar Hellenic ΑΒΕΕΙ, έχει καλούς λόγους να είναι υπερήφανη για τη συμβολή της στην ανάπτυξη της ελληνικής υδατοκαλλιέργειας με την πάροδο των ετών.

BioMar – 60 χρόνια στο κλάδο της υδατοκαλλιέργειας.

 

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, στον ελληνικό κλάδο υδατοκαλλιέργειας κυριαρχούσαν οι μικροί παραγωγοί, ενώ η παραγωγή τσιπούρας και λαβρακιού άγγιζε μόλις τους 100 τόνους. Στις δύο δεκαετίες που ακολούθησαν, η εθνική και κοινοτική στήριξη σε συνδυασμό με μια ένεση ιδιωτικού κεφαλαίου επέτρεψε στους μικρούς ιχθυοπαραγωγούς και στους αλιείς να επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους. Με την έλευση της νέας χιλιετίας, η Ελλάδα είχε ήδη αναδειχθεί σε κορυφαία παραγωγό χώρα της Μεσογείου για είδη όπως το λαβράκι και η τσιπούρα, ενώ υπήρχε αυξανόμενο ενδιαφέρον για την καλλιέργεια άλλων ειδών. Σήμερα, η Ελλάδα είναι ο υπ’ αριθμόν ένα παραγωγός εκτρεφόμενων ψαριών στην ΕΕ.

 

BioMar Greece - ένα επιτυχημένο επιχειρηματικό μοντέλο

Τη δεκαετία του 1990, οι τροφές BioMar εισάγονταν στην Ελλάδα από το εργοστάσιο της BioMar στη Γαλλία. Ο Πάνος Λαγός, σημερινός διευθύνων σύμβουλος της BioMar Hellenic, εντάχθηκε στους κόλπους της ΒioMar το 1995 και βίωσε μια ευρεία  αποδοχή των τροφών: - Το 1996, πουλήσαμε 5.000 τόνους στην Ελλάδα. Το 1997 οι πωλήσεις ανήλθαν σε 10.000 και το 1998 σε 20.000 τόνους. Φανταστείτε ότι διπλασιάσαμε τον όγκο των πωλήσεων σε δύο διαδοχικά χρόνια. Ωραίες εποχές! Τότε ήταν που ο Όμιλος BioMar - με επικεφαλή τον Jens Berg Sørensen, τώρα CEO της κατόχου της BioMar, Schouw & Co - αποφάσισε να επενδύσει σε ένα εργοστάσιο παραγωγής ιχθυοτροφών στην Ελλάδα.

Τον Αύγουστο του 2000, ξεκίνησε η κατασκευή του εργοστασίου στον Βόλο και το 2001 το εργοστάσιο της BioMar Hellenic είχε ήδη τεθεί σε λειτουργία με ετήσια δυναμικότητα παραγωγής 35.000 τόνους. Το 2021, η παραγωγή της BioMar Hellenic ανήλθε σε 55.000 τόνους τροφών.

 

Νοιαζόμαστε για τα ψάρια

Η σταθερή ανάπτυξη των πωλήσεων εδραιώνεται χάρη σε μία ευρεία ποικιλία τροφών και υπηρεσιών. - Οι πελάτες εκτιμούν την ποικιλία των τροφών μας και τις υπηρεσίες που παρέχει η ομάδα τεχνικών συμβούλων της BioFarm, λέει ο Γιάννης Ζαρκαδάς, διευθυντής τεχνικής υποστήριξης της BioMar Greece. - Μας ενδιαφέρουν συγκεκριμένοι στόχοι για την καλλιέργεια και την ευζωία των ψαριών και είμαστε σε θέση να εφαρμόζουμε ειδικά προσαρμοσμένες λύσεις ως προς τις ιχθυοτροφές. Με εφαλτήριο τους παγκόσμιους πόρους που έχουν συγκεντρωθεί στον Όμιλο BioMar από την ίδρυσή του το 1962, διαθέτουμε τις γνώσεις για να στηρίζουμε οποιαδήποτε εταιρεία ιχθυοκαλλιέργειας, ανεξάρτητα από τις συνθήκες της καλλιέργειας και το είδος των εκτρεφόμενων ψαριών, αλλά και από το στάδιο ζωής των ψαριών.

 

Μέλη της διοίκησης της BioMar Hellenic, το 2001.

 

Ένας χώρος με καλές συνθήκες εργασίας

Σήμερα, η BioMar Hellenic απασχολεί 42 εργαζομένους. Αρκετά από τα μέλη του προσωπικού βρίσκονται στην BioMar από τα πρώτα της βήματα, στην ομάδα που είχε επικεφαλής τον Πάνο Λαγό. Ο διευθυντής προμηθειών Σταύρος Καραμήτρος προσελήφθη το 1992, ο διευθυντής τεχνικής υποστήριξης Γιάννης Ζαρκαδάς το 1994, ο υπεύθυνος πωλήσεων Γιάννης Αγριτάκης εντάχθηκε στην ομάδα το 1997 και η διευθύντρια logistics Ζωή Γκίνη το 1999. Το 2000, στο δυναμικό μας προστέθηκαν κι άλλα άτομα που εξακολουθούν να εργάζονται στη μονάδα παραγωγής, μεταξύ άλλων ο διευθυντής παραγωγής Δημήτρης Δημητρίου, ο αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος και διευθυντής οικονομικών και εφοδιαστικής αλυσίδας Θάνος Μπατσικούρας, αλλά και ο Γιάννης Καρακώστας, ο οποίος εργάζεται πλέον ως τεχνικός διευθυντής του Τμήματος BioMar EMEA. Μπορούμε λοιπόν να συμπεράνουμε ότι η BioMar Hellenic είναι ένας χώρος με καλές συνθήκες εργασίας.

Οι άνθρωποι που εργάζονται με σκοπό την ισχυρή ανάπτυξη ενός βιώσιμου ελληνικού κλάδου υδατοκαλλιέργειας έχουν πράγματι πολλούς λόγους να είναι υπερήφανοι. Και η Biomar Hellenic αποτελεί μέρος αυτής της ανάπτυξης.

 

Η αειφόρος ανάπτυξη του ελληνικού κλάδου υδατοκαλλιέργειας

- Στην BioMar Hellenic, είμαστε υπερήφανοι που συμβάλλουμε στην αειφόρο ανάπτυξη του ελληνικού κλάδου υδατοκαλλιέργειας, δηλώνει ο Πάνος Λαγός, διευθύνων σύμβουλος της BioMar Hellenic. Εξηγεί: - Παρότι διανύουμε μια περίοδο όπου σημειώνεται αφενός εκρηκτική αύξηση τιμών σε ορισμένες πρώτες ύλες που χρησιμοποιούμε στις ιχθυοτροφές μας και αφετέρου έλλειψη σε άλλες πρώτες ύλες, η αυστηρή πολιτική προμηθειών του Ομίλου BioMar, σε συνδυασμό με τα επιτεύγματα του παγκόσμιου τμήματος Ε&Α της BioMar, εξασφαλίζουν ότι όλες οι ιχθυοτροφές μας παρέχουν υψηλής ποιότητας διατροφή και απόδοση και παράλληλα εγγυώνται τη βιώσιμη χρήση των φυσικών πόρων της Μητέρας Γης. Επιπλέον, η BioMar Hellenic στηρίζει τις εθνικές πρωτοβουλίες που στοχεύουν στον καθορισμό και στην υλοποίηση της ενίσχυσης της αειφορίας διαφόρων παραμέτρων στον κλάδο.

 

 


Κατάσταση της υδατοκαλλιέργειας στην Ελλάδα

 

  • Το 2019, η συνολική παραγωγή υδατοκαλλιέργειας ανήλθε σε 151.372 τόνους αξίας 589,05 εκατ. ευρώ παρουσιάζοντας αύξηση σχεδόν 4 % ως προς τον όγκο και μείωση 0,2 % ως προς την αξία παραγωγής σε σχέση με το προηγούμενο έτος.

  • Tα ψάρια ιχθυοκαλλιέργειας και τα μύδια αποτελούν τα κύρια είδη εκτροφής. Τα ψάρια ιχθυοκαλλιέργειας (εκτροφή σε θαλάσσια και γλυκά ύδατα) κατέχουν κυρίαρχη θέση με 84 % ως προς τον όγκο και 98 % ως προς την αξία παραγωγής, ακολουθούμενα από τα μύδια με 16 % και 2 % αντίστοιχα.

  • Η ιχθυοκαλλιέργεια (εκτροφή σε θαλάσσια και γλυκά ύδατα) ανήλθε το 2019 σε 127.738 τόνους με εκτιμώμενη αξία πρώτης πώλησης 553,42 εκατ. ευρώ.

  • Το ίδιο έτος, η παραγωγή οστρακοειδών ανήλθε σε 23.634 τόνους εκτιμώμενης αξίας 9,56 εκατ. ευρώ.

  • Το 2020 η παραγωγή τσιπούρας και λαβρακιού ανήλθε σε 117.000 τόνους αξίας 546,26 εκατ.

  • ευρώ. παρουσιάζοντας μείωση 2,9% ως προς τον όγκο και οριακή αύξηση 0,1% ως προς την αξία πωλήσεων σε σχέση με το προηγούμενο έτος.

  • Το 2020, οι εξαγωγές λαβρακιού και τσιπούρας αυξήθηκαν κατά 5,6 % και ανήλθαν σχεδόν σε 92.000 τόνους, εκ των οποίων το 93 % προωθήθηκαν σε αγορές χωρών της ΕΕ και το 7 % σε τρίτες χώρες.

  • Το ίδιο έτος, η Ελλάδα αντιπροσώπευε το 61 % των ποσοτήτων τσιπούρας και λαβρακιού που πωλήθηκαν στην ΕΕ και το 25 % παγκοσμίως.

  • Για το 2021, η παραγωγή τσιπούρας και λαβρακιού εκτιμάται σε 120.000 τόνους, ήτοι αύξηση κατά 3 % σε σχέση με το προηγούμενο έτος.


*Πηγή: Ελληνική υδατοκαλλιέργεια, έτος 2021 - Ετήσια έκθεση για το έτος 2021 της Ελληνικής Οργάνωσης Παραγωγών Υδατοκαλλιέργειας